Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020
Πριν λίγες μέρες χάσαμε έναν αγαπημένο συνάδελφο, έναν υπέροχο φίλο, έναν σπουδαίο άνθρωπο, τον Ιάκωβο Αθανασόπουλο, επί πολλά χρόνια στις διοικήσεις του Σωματείου της Αθήνας αλλά και της Ομοσπονδίας. Τον αποχαιρετούμε σήμερα γιατί σήμερα γίνεται η ταφή του στον αγαπημένο του τόπο, στη γενέτειρα του, στον Κερασώνα Πρεβέζης, όπως ήταν η επιθυμία του. Μία εβδομάδα μετά το τέλος, λόγω των αυστηρών πρωτοκόλλων που επιβάλλονται στις περιπτώσεις που κάποιος φεύγει από τον ιό Sars cov – 19, αιτία που σύμφωνα με τους γιατρούς οφείλεται ο χαμός του.
Ας μου επιτραπεί ο προσωπικός τόνος σε αυτόν τον αποχαιρετιστήριο λόγο. Ο Ιάκωβος, παλιός περιπτεράς, είχαμε την αγαθή τύχη να έρθει κοντά μας στο Σωματείο πριν από 20 και πλέον χρόνια. Όσο κρατάει και η γνωριμία και η σχέση μας. Από την πρώτη στιγμή φάνηκε ο άνθρωπος και ο συνδικαλιστής. Γλυκύτατος, πράος, φιλικός, αφοσιωμένος στον σκοπό που δεν ήταν άλλος από το να αναδεικνύονται τα προβλήματα του κλάδου και κατά το δυνατό να βρίσκουν τις λύσεις τους. Πολύ σύντομα διαπιστώσαμε ότι έχουμε καλή χημεία μεταξύ μας και άμεσα αναπτύχθηκε αμοιβαία εμπιστοσύνη με αποτέλεσμα να συνεργαστούμε πάρα πολύ στενά και αποδοτικά όλα αυτά τα χρόνια. Από τις σπάνιες περιπτώσεις ανθρώπου ενωτικού και συναινετικού, δεν θυμάμαι ποτέ, παρόλα όσα ανθρωποφαγικά συνέβησαν κατά καιρούς και ειδικά τα τελευταία δέκα χρόνια, να συμμετέχει και να τροφοδοτεί αρνητικά ούτε κατ' ελάχιστο αυτές τις καταστάσεις. Χαρακτηριστικό και αυτό του εξαιρετικού χαρακτήρα του.
Θα μπορούσα να αναφερθώ σε πάρα πολλά από όσα έχουμε ζήσει. Θα περιοριστώ σε τρεις πολύ όμορφες και δυνατές στιγμές από αυτές που σφυρηλατούν με τον καλύτερο τρόπο τις σχέσεις των ανθρώπων, από αυτές που χαράσσονται στις ψυχές μας και μας σημαδεύουν. Η πρώτη ήταν πριν από αρκετά χρόνια όταν ένα χειμωνιάτικο Σαββατόβραδο, εντελώς τυχαία συμπέσαμε εγώ με μία μεγάλη παρέα συγγενών και φίλων με αφορμή την ονομαστική μου εορτή, να διασκεδάζουμε σε νυχτερινό κέντρο με δημοτική μουσική (άλλη μία κοινή αγάπη) και εκείνος όντας πρόεδρος, και μάλιστα υπερδραστήριος του συλλόγου του χωριού του στην Αθήνα, να πραγματοποιεί την ετήσια χοροεσπερίδα τους στον ίδιο χώρο. Αμέσως γίναμε ένα, όλο το μαγαζί στο πόδι, τρικούβερτο γλέντι μέχρι πρωίας, απολαμβάνοντας μία μοναδική, μία αξέχαστη βραδιά.
Η δεύτερη όταν πριν, περίπου, τέσσερα χρόνια, στο γάμο της μικρής του κόρης, της αγαπημένης του Χρυσάνθης (και στην οποία παρεμπιπτόντως μετά τη συνταξιοδότησή του άφησε το περίπτερο στη Λεωφόρο Αθηνών) μου έκανε και τη μεγάλη τιμή να με καλέσει και στο τραπέζι. Αισθάνθηκα υπέροχα, γλεντώντας μαζί τους μέχρι τα ξημερώματα και παρά την αρρώστια του είχε το κουράγιο και τη δύναμη μέχρι και να με κρατήσει να χορέψω. Ένιωσα δε, ότι στο πρόσωπό μου τιμούσε τον κλάδο, το Σωματείο και πολλούς από τους συναδέλφους μας που θα ήθελε, αλλά δεν γινόταν εκ των πραγμάτων να παρεβρίσκονται.
Η τρίτη και πιο πρόσφατη, πριν 1,5 χρόνο, όταν μετά από μεγάλη πίεση που άσκησε σε μένα και το Γιάννη Πλακόπουλο για καιρό για να βρούμε λίγο χρόνο να πάμε σε ένα μαγαζί να μας κεράσει, καθώς όπως έλεγε αισθανόταν την υποχρέωση απέναντί μας, για όσα κάναμε για τον κλάδο και εμμέσως και για αυτόν. Πράγματι, ένα ωραίο απόγευμα βρεθήκαμε στο Μοναστηράκι, στο μεζεδοπωλείο «Ωραία Ελλάς» έχοντας εκείνος μαζί του, όπως πάντα, την επίσης γλυκύτατη σύζυγό του, Σούλα, εγώ και ο Γιάννης με την Έφη. Φάγαμε, ήπιαμε και κουβεντιάσαμε επί ώρες μέχρι αργά σε μια πολύ ανθρώπινη ατμόσφαιρα, με τον Ιάκωβο να χαίρεται σαν μικρό παιδί τις στιγμές και μάλιστα όταν ήρθε η ώρα να τον ευχαριστήσουμε και να τον αποχαιρετήσουμε, δεν έβρισκε λόγια να μας ευχαριστήσει για το χρόνο που περάσαμε μαζί τους. Αυτός ήταν ο καλός μας φίλος.
Η συγκίνηση αυτές τις ώρες ξεχειλίζει όταν ανακαλώ στη μνήμη μου τη συμπόρευσή μας, τις προσπάθειες και τους αγώνες μας, την αγωνία και τη στεναχώρια στα δύσκολα, αλλά και τη χαρά και την ικανοποίηση όταν τα καταφέρναμε. Μοιραστήκαμε πολύ δυνατά συναισθήματα, βαθιά αγάπη και απέραντη εκτίμηση ο ένας για τον άλλον. Ο Ιάκωβος δεν ήταν μία συνηθισμένη περίπτωση ανθρώπου που ασχολείται με τα κοινά, ήταν άνθρωπος που αφοσιωνόταν σε αυτό που πίστευε και τα έδινε όλα. Βοηθούσε με όλες του τις δυνάμεις, σε όλα τα επίπεδα. Είχε πολλές και σημαντικές γνωριμίες οι οποίες αποδείχθηκαν πολύτιμες αρκετές φορές. Όποτε χρειαζόμουν κάτι, προσέτρεχα σε εκείνον και ήξερα πως αμέσως θα ανταποκριθεί. Όταν είχαμε εκλογές είτε στο Σωματείο, είτε στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο από αυτόν ξεκίναγα την οργάνωσή τους. Πάντα πρόθυμος, εξαντλούσε τις δυνατότητές του και συνεισέφερε τα μέγιστα. Θυμάμαι την αγωνία του και κατόπιν τη μεγάλη χαρά που ένιωθε όταν τα πηγαίναμε καλά. Μάλιστα, όταν συνταξιοδοτήθηκε και δεν μπορούσε θεσμικά να ανήκει στο Σωματείο και παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που τον ταλάνιζαν, τακτικά επικοινωνούσε μαζί μου για να μαθαίνει τα νέα του κλάδου και για να μου δηλώνει την αμέριστη συμπαράστασή του, βοήθεια και υποστήριξη σε κάθε περίσταση. Μακάρι να υπήρχαν μερικοί σαν εκείνον και όλα θα ήταν καλύτερα.
Αυτό που του χρωστάω πάνω απ' όλα είναι το μάθημα ζωής που μου προσέφερε τα τελευταία χρόνια της προσωπικής του δοκιμασίας με τις απανωτές αρρώστιες που του έτυχαν και τον τρόπο που τις αντιμετώπισε. Ήταν συγκλονιστικό για μένα και ταυτόχρονα άκρως διδακτικό η δύναμη και η γενναιότητά του μαζί με την αξιοπρέπεια και την αστείρευτη διάθεση για ζωή που έβγαζε σε κάθε στιγμή. Τον ευχαριστώ από βάθους ψυχής.
Το πιο συγκλονιστικό και ακόμη πιο συγκινητικό είναι ο τρόπος που έφυγε. Μετά από τόσα προβλήματα υγείας που είχε, του προέκυψε και η πρόσφατη ασθένεια COVID-19. Το τελευταίο διάστημα νοσηλευόταν στο νοσοκομείο «Σωτηρία», αποκομμένος από τον έξω κόσμο, όπως δυστυχώς γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις και κυρίως από την οικογένεια του και τους αγαπημένους του που για τον Ιάκωβο ήταν πολλοί. Όπως αντιλαμβάνεται ο καθένας, αυτό για τον οποιοδήποτε είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να του συμβεί σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές. Όμως αυτά είναι τα παιχνίδια της ζωής. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του με πήρε τηλέφωνο, αφού για λίγο έβγαλε τη μάσκα οξυγόνου και με εντελώς εξασθενημένη φωνή, λόγω της κατάστασής του, με παρακάλεσε να κάνω κάτι για να τον βοηθήσω, καθώς όπως μου είπε τον είχαν παραπετάξει σε έναν θάλαμο, χωρίς να του δίνουν και πολύ σημασία και χωρίς να του παρέχουν όσα χρειαζόταν και όσα έπρεπε.
Εξ ονόματος όσων συναδέλφων τον γνώρισαν και τον έζησαν, απευθύνομαι στην οικογένειά του, την πολυαγαπημένη του σύζυγο, Σούλα και τις δύο υπέροχες κόρες του (να ‘χανε γονείς να μοιάσουν, όπως λένε στα μέρη μας) την Κατερίνα και τη Χρυσάνθη που υπεραγαπούσε και «έσταζε μέλι» το στόμα του κάθε φορά που αναφερόταν σε εκείνες και στα εγγόνια του, όπως και σε όλους τους οικείους του, τα βαθιά μας συλλυπητήρια και τους ευχόμαστε δύναμη και κουράγιο για να αντιμετωπίσουν τη μεγάλη απώλεια.
Στην πιο δύσκολη μάχη της ζωής του, δυστυχώς, λόγω της κατάστασης, δεν μας δόθηκε η ευκαιρία να βρεθούμε δίπλα του, να του κρατήσουμε το χέρι, να του συμπαρασταθούμε και τώρα να τον αποχαιρετήσουμε από κοντά, όπως του άξιζε. Όμως, όπως έλεγαν και οι αρχαίοι, το «μοιραίο φυγείν αδύνατον». Έστω και νοερά τον τιμούμε και τον αποχαιρετούμε με απέραντη αγάπη και σεβασμό και με την υπόσχεση ότι δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ.
Αγαπημένε φίλε και συνάδελφε Ιάκωβε καλό ταξίδι, καλό παράδεισο.
Θοδωρής Μάλλιος

